Ξυλόκαστρο-Περισσότερα

Ξυλόκαστρο06

Την ονοµασία του το Ξυλόκαστρο την πήρε από έναν ξύλινο στρατώνα που βρισκόταν στη δυτική πλευρά του λόφου «Κατή τον Πεύκο», πάνω από τη σηµερινή πόλη, κοντά στον ποταµό Σύθα, που λειτουργούσε σαν παρατηρητήριο. Η τοποθεσία ήταν άριστη. Από εκεί η φρουρά είχε οπτική επαφή µε τα κάστρα του Ζεµενού και της Πελλήνης, µπορούσε να ελέγχει κάθε κίνηση στον Κορινθιακό κόλπο, να εποπτεύει το λιµάνι των Αριστοναυτών και να ενηµερώνει µε σήµατα καπνού τη διοίκηση των παραπάνω κάστρων. Οι ντόπιοι, στον ξύλινο αυτό στρατώνα - παρατηρητήριο, έδωσαν την ονοµασία «Ξύλινο κάστρο», και όλη η γύρω περιοχή µε τους λίγους συνοικισµούς (Υψηλά Αλώνια - Μερτικέϊκα - Γεωργαντέϊκα - Ρίζα), ονοµάστηκε Ξυλόκαστρο.

Τον 18ο αιώνα το Ξυλόκαστρο, ο Οξώκαµπος, όπως λεγόταν τότε, είχε λίγα σπίτια που χρησίµευαν περισσότερο σαν αποθήκες προϊόντων και ανήκαν σε Τρικαλίτες. Η περιοχή ήταν κατά το µεγαλύτερο µέρος σκεπασµένη µε πυκνό δάσος από πεύκα και σχίνα, ο σηµερινός Πευκιάς του Ξυλοκάστρου είναι λείψανο του δάσους εκείνου. Όλα τα άλλα µέρη αποψιλώθηκαν και καλλιεργήθηκαν γιατί η γη ήταν καλή. Ο Πευκιάς έµεινε δάσος γιατί ήταν στην ακρογιαλιά και το έδαφος είναι αµµώδες.

Ο πλούτος της πόλεως ήταν η σταφίδα. Το Ξυλόκαστρο παρήγαγε τότε 1.300.000 ενετικά λίτρα σταφίδα και εισέπραττε περίπου 500.000 δραχµές το χρόνο. Στην παραλία ήταν οι αποθήκες σταφίδας την οποία έστελναν στην Πάτρα για εξαγωγή µε πλοιάρια, διότι ο σιδηρόδροµος (ΣΠΑΠ) δεν διέθετε επαρκή βαγόνια. Μια ιστορία του Ξυλοκάστρου στο 19° αιώνα είναι ταυτόχρονα και µία ιστορία της σταφίδας. Αυτή - η «µαυροµάτα βασίλισσα»- καθορίζει τις σχέσεις του Ξυλοκάστρου µε τον «έξω κόσµο», αυτή και τις σχέσεις µε τον «εντός κόσµο» που δεν είναι άλλος από τον κόσµο της υπαίθρου, των χωριών της περιοχής µας. Οι καλλιεργητές αυτοί θα επικαλούνται πάντοτε το φλογερό ήλιο που «θα ψήσει τη σταφίδα / τη µόνη ελπίδα / κρατώντας στο ένα χέρι το κοφτερό µαχαίρι / να σφάξει τη βροχή». Οι αγγλικές αγορές είναι ο κύριος τόπος προορισµού της Ξυλοκαστρινής σταφίδας.

Τότε, το Ξυλόκαστρο τράβηξε την προσοχή των ξένων, οι οποίοι µετά το 1900 κάθε καλοκαίρι έρχονταν για να απολαύσουν τον περίφηµο Πευκιά, την καταγάλανη θαλασσα µε την µοναδική σε οµορφιά παραλία της, την κωµόπολη µε τα καλόγουστα κεραµοσκεπή σπίτια και τους ανθισµένους κήπους, την «ανθούπολη» όπως την έλεγαν. Το 1906, στη µαγευτική παραλία του Πευκιά εµφανίστηκαν οι πρώτοι γυµνιστές στην Ελλάδα.

Την ίδια εποχή, ο µεγάλος µας λυρικός ποιητής Άγγελος Σικελιανός µε τη σύζυγο του Εύα Πάλµερ, έχτισαν µια πανέµορφη εξοχική κατοικία στην άκρη του Πευκιά προς το µέρος της Συκιάς, όπου κατά καιρούς φιλοξενήθηκαν σπουδαίες προσωπικότητες των γραµµάτων και των τεχνών, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Δηµήτρης Μητρόπουλος, ο Μανώλης Καλοµοίρης, η ιέρεια του χορού Ισιδώρα Ντάνκαν, η Κατίνα Παξινού, ο Αλέξης Μινωτής, η Μαρίκα Κοτοπούλη,  ο Γιάννης Γρυπάρης, ο Βάσος Κανέλλος και πολλοί άλλοι. Λάτρης της Συκιάς και του Πευκιά ήταν και ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης.

Το 1919 επί προέδρου Κωνσταντίνου Δάσιου, ορίστηκε το Ξυλόκαστρο και επίσηµα ως θερινή διαµονή των ξένων. Από την εποχή αυτή αλλάζει όψη το Ξυλόκαστρο, που αρχίζει να γίνεται µια θαυµάσια λουτρόπολη. Βασιλείς, πρωθυπουργοί, διάσηµοι ηθοποιοί, φηµισµένοι καλλιτέχνες, ονοµαστές οικογένειες από ολόκληρη την Ελλάδα, κάθε καλοκαίρι παραθέριζαν στο Ξυλόκαστρο που θεωρούνταν τότε το πρώτο τουριστικό µέρος της χώρας.

Στο 1923, ο ζωγράφος και καθηγητής των καλλιτεχνικών στο Γυµνάσιο, Νίκος Σαντοριναίος, εµπνεύστηκε και οργάνωσε στον Πευκιά τα «Ανθεστήρια», µια καλοκαιρινή γιορτή στην οποία κοπέλες του Ξυλοκάστρου, ντυµένες αρχαίες θεές και νύµφες, χόρευαν και µοίραζαν λουλούδια στους επισκέπτες και τους ντόπιους που διασκέδαζαν µε µουσική και τραγούδια.

Την ίδια χρονιά, ο συµπολίτης µας Σωτήρης Κροκιδάς, ο οποίος διετέλεσε για λίγο και Πρωθυπουργός της Ελλάδας, µε δωρεά του ίδρυσε το «Κροκίδειο Δηµοτικό Σχολείο» κοντά στην είσοδο του Πευκιά.

Το καλοκαίρι του 1938, στο ξενοδοχείο «Πευκιάς» του Στέφανου Παναγόπουλου, παραθερίζει η µεγάλη ηθοποιός Κυβέλη µαζί µε το βαφτιστικό της, Δηµήτρη Χόρν.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό κοµµάτι του Ξυλοκάστρου είναι η επιβλητική µητρόπολη του Αγίου Βλασίου. Η εκκλησία του αγίου Βλασίου χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα(1908) στη θέση παλιότερης κατά το πρότυπο της Μητρόπολης Αθηνών. Ο βυζαντινός ρυθµός του ναού, µε τον 8πλευρο τρούλο, τις κυλινδρικές οροφές που καταλήγουν σε τόξα, και η συµµετρία στις διαστάσεις χαρίζουν µεγαλοπρέπεια στο ναό. Ο εξωνάρθηκας, έχει σχήµα ανοιχτής στοάς και αποτελεί την επέκταση του ηµικυκλικού εσωνάθρηκα. Το τέµπλο, που είναι από µάρµαρο, και οι πλάκες του δαπέδου σχεδιάστηκαν από τον Αναστάσιο Ορλάνδο. Η αγιογράφηση άρχισε προπολεµικά και τελείωσε το 1960.

Η «Φίνος Φιλµ» γυρίζει στο Ξυλόκαστρο το µεγαλύτερο µέρος της ταινίας «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιµο» σε σκηνοθεσία και σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου, µουσική του Μάνου Χατζιδάκι, και ηθοποιούς, τους Μίµη Φωτόπουλο, Βασίλη Αυλωνίτη, Τζένη Καρέζη και Αλέκο Αλεξανδράκη.

Γενικά υπήρχε στο Ξυλόκαστρο µια οικονοµική ανάπτυξη και µια βελτίωση των συνθηκών ζωής, κυρίως από τον τουρισµό. Κάθε φθινόπωρο, στους δρόµους του Ξυλοκάστρου δεκάδες βαρέλια ήταν παρατεταγµένα έξω από τις ταβέρνες - κι ήταν πολλές αυτές που υπήρχαν - που πλένονταν και καθαρίζονταν για να είναι έτοιµα να δεχτούν τον µούστο που µεταφερόταν από το Ζεµενό, το Δενδρό, το Ρέθι, τα Τρίκαλα. Το πλύσιµο των βαρελιών έπαιρνε εορταστικό χαρακτήρα, ήταν το πανηγύρι του µούστου.

Το 1963 ο συµπολίτης µας σκηνοθέτης Βασίλης Γεωργιάδης γύρισε την βραβευµένη ταινία «Τα κόκκινα φανάρια», µε την Τζένη Καρέζη και τον Γιώργο Φούντα.

Τα καλοκαίρια περνούσαν ευχάριστα για τους χιλιάδες παραθεριστές, γιατί όσο ζέστη κι αν έκανε, το µαγικό κλίµα του Ξυλοκάστρου, ο δροσερός Πευκιάς και οι πανέµορφες παραλίες, τους αποζηµίωναν. Από το σούρουπο, τα καθίσµατα στα πεζοδρόµια των καφενείων και των ζαχαροπλαστείων, γέµιζαν µε κόσµο. Οι ηλικιωµένοι έλυναν µε τις ατελείωτες συζητήσεις τους τα πολιτικά πράγµατα της χώρας, οι µεσόκοποι κουβέντιαζαν για τις δουλειές τους, ενώ οι νέοι ξεποδαριάζονταν στους περιπάτους. Τις συντροφιές µε τις καρέκλες στα πεζοδρόµια δεν τις συναντούσες µόνο σε κεντρικές περιοχές της πόλης, αλλά και στις πιο αποµακρυσµένες γειτονιές. Οι επώνυµοι παραθεριστές και η καλή κοινωνία του Ξυλοκάστρου προτιµούσαν να κάνουν το µπάνιο τους, αλλά και να πίνουν το ούζο τους και να απολαµβάνουν το παγωτό τους στο Τουριστικό Περίπτερο του Πευκιά. Στην κατασκήνωση των Αδελφών Τυπάλδου στον Πευκιά, οι εκατοντάδες ξένοι τουρίστες, έδιναν στο Ξυλόκαστρο φήµη, πλούτο και ένα κοσµοπολίτικο χαρακτήρα. Το Ξυλόκαστρο πραγµατικά πληµµύριζε κάθε καλοκαίρι από ξένους τουρίστες και από Έλληνες παραθεριστές!

Τη δεκαετία του 70’, το Ξυλόκαστρο άλλαξε σχεδόν µορφή, µε τις πολυκατοικίες που άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού. Έκλεισε η κατασκήνωση του Τυπάλδου. Τα προβλήµατα της πόλης ήταν πολλά, πρώτα πρώτα υπήρχε θέµα νερού, γι’ αυτό η Κοινότητα φρόντισε µε έργα, να φέρει στο Ξυλόκαστρο νερό από το Γελλήνι.

Στη δυτική πλευρά του Ξυλοκάστρου, επί της παλιάς Εθνικής Οδού, δεσπόζει επιβλητικός παλαιοχριστιανικού ρυθµού ναός, της Παναγίας της Φανερωµένης · εξαιρετικά ψηφιδωτά κοσµούν εσωτερικά το ναό, έργα υψηλής αισθητικής και ενδιαφέροντος.

Η οικοδόµηση συνεχίστηκε µε εντατικό ρυθµό. Ο παραλιακός δρόµος (Κ. Καραµανλή) άλλαξε όψη και το κεντρικό Ξυλόκαστρο απέκτησε δεκάδες πολυκατοικίες. Πολλά αριστουργήµατα αρχιτεκτονικής τέχνης χάθηκαν µε τον οικοδοµικό οργασµό µέσα στην καρδιά της πόλης, εκεί που άλλοτε συναντούσαµε ένα ανώνυµο µουσείο µε νεοκλασικά σπίτια µε µαρµάρινα ή γύψινα διακοσµητικά στα µπαλκόνια και τις µετώπες, ανθισµένους κήπους, και ηλιόλουστες αυλές. Αυτά όλα τα στολίδια ήταν απ’ την εποχή που οι Ξυλοκαστρίτες έχτιζαν µεγάλα και ωραία σπίτια, που συναγωνίζονταν για το ποιος θα στολίσει καλύτερα και ωραιότερα την πρόσοψη.

Σήµερα το Ξυλόκαστρο είναι η έδρα του Δήµου Ξυλοκάστρου που στα διοικητικά του όρια περιλαµβάνει 25 πανέµορφα Δηµοτικά Διαµερίσµατα: Μελίσσι, Συκιά, Καµάρι, Κάτω Λουτρό, Πιτσά, Θαλερό, Γελινιάτικα, Ρίζα, Καρυά, Ζεµενό, Ρέθι, Θροφαρί, Πελληνη, Ξανθοχώρι, Ν. Βρυσούλες, Κορφιώτισσα, Στύλια, Παναρίτι, Μάννα, Άνω συνοικία Τρικάλων, Μέση συνοικία Τρικάλων, Κάτω συνοικία Τρικάλων, Λαγκαδέικα, Δενδρό, Σοφιανά.

Έχει έκταση 311 τετρ. χλµ και πληθυσµό περίπου 15.500 κατοίκους.

Ο Δήµος Ξυλοκάστρου απλωµένος από τις ακτές του καταγάλανου Κορινθιακού κόλπου έως τις κορυφές της Ζήρεια (2.736 µέτρα υψόµετρο), είναι πνιγµένος µέσα σε πεύκα, έλατα, αµπέλια, ελιές, λεµονιές, πορτοκαλιές, µηλιές, αχλαδιές και άλλες καλλιέργειες.

Είναι ο Δήµος µε τα «χίλια χρώµατα και τα χίλια αρώµατα». Είναι τόπος προσέλευσης πολλών επισκεπτών, τόπος που συνδυάζει καλοκαιρινές και χειµερινές διακοπές, τόπος που αξίζει να δεις και αξίζει να ζεις. Βρίσκεται στο µέσο του διοικητικού γεωγραφικού τριγώνου Αθήνα –Πάτρα-Τρίπολη και στο επίκεντρο του πολιτιστικού ιστορικού τριγώνου Ολυµπία - Δελφοί - Επίδαυρος.

Μέσα στο ποικιλόµορφο τοπίο του δήµου βρίσκουν τη θέση τους και πολλές αξιόλογες εκκλησίες και µονές.

Το 1621 η οικογένεια των Νοταραίων χτίζει εκκλησία µονόκλιτη, ξυλόστεγη βασιλική µε προστώο στη δυτική και βόρεια πλευρά, αφιερωµένη στον Άγιο Γεράσιµο το Νοταρά. Ο ναός που ανακαινίστηκε  βρίσκεται στο Ξυλόκαστρο φέρει στο υπέρθυρο της πύλης ψηφιδωτή εικόνα του Αγίου Γερασίµου, ενώ όλος ο ναός έχει διακοσµηθεί µε ψηφιδωτά βυζαντινής τεχνοτροπίας. Η πύλη που οδηγεί στο προαύλιο του ναού, θυµίζει βυζαντινά µοναστήρια. Στα δεξιά του στενόµακρου προαυλίου υπάρχει άνοιγµα στον τοίχο, τύπου «αρκοσόλιου» µέσα στο οποίο βρίσκονται τα οστά της οικογένειας Νοταρά. Στα ανατολικά υπάρχουν κελιά σε βυζαντινό σχέδιο. Το ΒΔ τµήµα του ναού, έχει τον πρόναο, στην εξωτερική πλευρά του οποίου υπάρχει επιγραφή, που φανερώνει την ηµεροµηνία ανακαίνισης του ναού, 31 Ιανουαρίου 1954. Ο κυρίως ναός είναι δροµικός, ρυθµού βασιλικής. Προτού µπούµε στο ναό πάνω από τη κύρια πόρτα υπάρχει βυζαντινό ψηφιδωτό της Θεοτόκου σε αυστηρό βυζαντινό ρυθµό και πάνω από την κυρία είσοδο υπάρχει µια επιγραφή που µεταξύ άλλων αναφέρει το έτος 1622. Μέσα στο ναό θαυµάζει κανείς τις ψηφιδωτές τοιχογραφίες και το διάτρητο βυζαντινό ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο, το οποίο κοσµεί η αρχαιότερη εικόνα του αγίου, «ντυµένη» µε αργυρή και χρυσή επένδυση. Εκείνο που δίνει µεγαλύτερη χάρη στο συγκεκριµένο ναό είναι το ιδιαίτερης χάρης βυζαντινό τέµπλο από ολόλευκο µάρµαρο, µε όλα τα ανάγλυφα κοσµήµατα και παραστάσεις του.

 

Απόκρυψη αναλυτικού κειμένου

 

photos1 xartis1    

 

 

 

 

 

Κύλιση στην Αρχή